προσφέρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσφέρω < προς + φέρω

Ρήμα[επεξεργασία]

προσφέρω

  1. δίνω κάτι σε κάποιον αφιλοκερδώς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]