offer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
offer offers

offer (en)

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας offer
γ΄ ενικό ενεστώτα offers
αόριστος offered
παθητική μετοχή offered
ενεργητική μετοχή offering

offer (en)

  • προσφέρω
    ※  Examine the various services companies offer [1]
    Εξετάστε τις διάφορες υπηρεσίες που προσφέρουν οι εταιρείες (Απόδοση: το Βικιλεξικό.)

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. (αγγλικά) What is a web server?. Προσπέλαση 2021-03-14