bid

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
bid bids

bid (en)

  1. προσφορά σε δημοπρασία
  2. ποντάρισμα
  3. υποβολή υποψηφιότητας για κάποια θέση ή τίτλο
ενεστώτας bid
γ΄ ενικό ενεστώτα bids
αόριστος bid, bade, bad
παθητική μετοχή bid, bidden
ενεργητική μετοχή bidding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα
Οι τύποι bade, bad και bidden είναι παρωχημένοι.

Ρήμα[επεξεργασία]

bid (en)

  1. δίδω εντολή, απαιτώ
  2. δίδω χαιρετισμό
    I bid you farewell - σε αποχαιρετώ

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας bid
γ΄ ενικό ενεστώτα bids
αόριστος bid
παθητική μετοχή bid
ενεργητική μετοχή bidding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

bid (en)

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

bid (en)

  • αόριστος του ρήματος bid

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

παρωχημένες, για σημασία: δίδω εντολή: