bid

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bid bids

bid (en)

  1. προσφορά σε δημοπρασία
  2. ποντάρισμα
  3. υποβολή υποψηφιότητας για κάποια θέση ή τίτλο


Ενεστώτας bid
γ΄ ενικό Ενεστώτα bids
Αόριστος bid, bade, bad
Παθητική μετοχή bid, bidden
Ενεργητική μετοχή bidding
Οι τύποι bade, bad και bidden είναι παρωχημένοι.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

bid (en)

  1. δίδω εντολή, απαιτώ
  2. δίδω χαιρετισμό
    I bid you farewell - σε αποχαιρετώ


Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

Ενεστώτας bid
γ΄ ενικό Ενεστώτα bids
Αόριστος bid
Παθητική μετοχή bid
Ενεργητική μετοχή bidding

bid (en)


Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

bid (en)

  • αόριστος του ρήματος bid

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

παρωχημένες, για σημασία: δίδω εντολή: