bad

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bæd/

Επίθετο[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός bad
συγκριτικός worse
υπερθετικός worst

bad (en)

  1. (όχι πριν από το ουσιαστικό) κακός, που είναι επιβλαβές· που προκαλεί ή είναι πιθανό να προκαλέσει βλάβη
    Stress is bad for you.
    Το άγχος σου κάνει κακό.
  2. για τρόφιμα που δεν είναι ασφαλή για κατανάλωση επειδή έχει αλλοιωθεί
    Meat/fish goes bad in hot weather.
    Το κρέας/ψάρι αλλοιώνεται στη ζέστη.

Σύνθετα[επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός bad
συγκριτικός worse
υπερθετικός worst

bad (en)

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

bad (en)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]