Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /faʊl/
Audio (US) 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

foul (en)

  1. βρόμικος, λερός, ρυπαρός, καλυμμένος με μια άσχημη, βρόμικη, απωθητική ουσία
    a foul cloth; foul hands; a foul chimney; foul air; a ship's bottom is foul when overgrown with barnacles; a gun becomes foul from repeated firing; a well is foul with polluted water
    Cap'n, she's all fouled up.
  2. (για γλώσσα, λόγο) άσχημος, αισχρός, προσβλητικός
    foul words; foul language
    The rascal spewed forth a series of foul pronouncements.
  3. αχρείος
    He has a foul set of friends.
  4. αηδιαστικός
    a foul disease
    this foul food is making me retch
  5. (για καιρικές συνθήκες) άσχημος, κακός
    some foul weather is brewing
  6. που δε συμμορφώνεται με τους κανόνες ενός παιχνιδιού, μιας εξέτασης κλπ
    foul play is not suspected

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

foul (en)

  1. (μεταβατικό) λερώνω, βρομίζω
    he's fouled her diapers
  2. (μεταβατικό) λερώνω, κηλιδώνω
    he's fouled his reputation
  3. (μεταβατικό) βουλώνω
    the hair has fouled the drain
  4. (μεταβατικό, ναυτικός όρος) μπλέκω, μπερδεύω
    the kelp has fouled the prop
  5. (μεταβατικό, αθλητισμός) κάνω φάουλ σε κάποιον
    Smith fouled him hard
  6. (αμετάβατο) βουλώνω
    the drain fouled
  7. (αμετάβατο) μπλέκομαι, μπερδεύομαι, σκαλώνω
    the prop fouled on the kelp
  8. (αμετάβατο, αθλητισμός) κάνω φάουλ
    Smith fouled within the first minute of the quarter

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

foul (en)

  1. (αθλητισμός) το φάουλ