hopeless
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | hopeless |
| συγκριτικός | more hopeless |
| υπερθετικός | most hopeless |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]hopeless (en)
- χωρίς ελπίδα, μάταιος, που δεν υπάρχει καμία ελπίδα ότι θα βελτιωθεί ή θα πετύχει
His case is considered hopeless.
- Η περίπτωσή του θεωρείται χωρίς ελπίδα.
It’s hopeless believing he’s going to change his ways.
- Είναι μάταιο να πιστεύεις ότι θα διορθωθεί.
His situation is making us hopeless/is leaving us hopeless.
- Η κατάστασή του μας απέλπισε.
- (ανεπίσημο) απελπιστικός, πολύ κακός
- απελπισμένος, που αισθάνεται ή δεν δείχνει καμία ελπίδα
She feels hopeless about her work.
- Είναι απελπισμένη με τις δουλειές της.
He felts lonely and hopeless.
- Ένιωσε μόνος και απελπισμένος.
- αδιόρθωτος, άχρηστος, για πρόσωπο που με κανέναν τρόπο δεν αποβάλλει τα ελαττώματά του ή απλώς δεν αλλάζει χαρακτήρα· που κάνει κακή δουλειά
He is a hopeless dreamer.
- Είναι αδιόρθωτος ονειροπόλος.
You’re giving him advice in vain; don’t you see that he’s a hopeless liar?
- Άδικα τον συμβουλεύεις· δε βλέπεις που είναι ένας αδιόρθωτος ψεύτης;
He is a completely hopeless driver.
- Είναι εντελώς άχρηστος οδηγός.
I’m hopeless at science.
- Είμαι άχρηστος στις επιστήμες.
- ≈ συνώνυμα: incorrigible