Μετάβαση στο περιεχόμενο

hopeless

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός hopeless
συγκριτικός more hopeless
υπερθετικός most hopeless

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
hopeless < hope + -ness

Επίθετο

[επεξεργασία]

hopeless (en)

  1. χωρίς ελπίδα, μάταιος, που δεν υπάρχει καμία ελπίδα ότι θα βελτιωθεί ή θα πετύχει
    παράδειγμα  His case is considered hopeless.
    Η περίπτωσή του θεωρείται χωρίς ελπίδα.
    παράδειγμα  It’s hopeless believing he’s going to change his ways.
    Είναι μάταιο να πιστεύεις ότι θα διορθωθεί.
    παράδειγμα  His situation is making us hopeless/is leaving us hopeless.
    Η κατάστασή του μας απέλπισε.
  2. (ανεπίσημο) απελπιστικός, πολύ κακός
    παράδειγμα  His situation is hopeless.
    Η κατάστασή του είναι απελπιστική.
     συνώνυμα: desperate
  3. απελπισμένος, που αισθάνεται ή δεν δείχνει καμία ελπίδα
    παράδειγμα  She feels hopeless about her work.
    Είναι απελπισμένη με τις δουλειές της.
    παράδειγμα  He felts lonely and hopeless.
    Ένιωσε μόνος και απελπισμένος.
  4. αδιόρθωτος, άχρηστος, για πρόσωπο που με κανέναν τρόπο δεν αποβάλλει τα ελαττώματά του ή απλώς δεν αλλάζει χαρακτήρα· που κάνει κακή δουλειά
    παράδειγμα  He is a hopeless dreamer.
    Είναι αδιόρθωτος ονειροπόλος.
    παράδειγμα  You’re giving him advice in vain; don’t you see that he’s a hopeless liar?
    Άδικα τον συμβουλεύεις· δε βλέπεις που είναι ένας αδιόρθωτος ψεύτης;
    παράδειγμα  He is a completely hopeless driver.
    Είναι εντελώς άχρηστος οδηγός.
    παράδειγμα  I’m hopeless at science.
    Είμαι άχρηστος στις επιστήμες.
     συνώνυμα: incorrigible

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]