hopeful

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

hopeful < hope + -ful

Επίθετο[επεξεργασία]

hopeful (en)

  1. ελπιδοφόρος
    the results of the latest blood test are a hopeful sign
  2. που έχει ή εκφράζει ελπίδα (για κάτι)
    I'm always hopeful that the next politician we elect will bring about real change, even though I know better

Άλλες μορφές[επεξεργασία]