ελπιδοφόρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ελπιδοφόρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐλπιδοφόρος < αρχαία ελληνική ἐλπίς, ἐλπιδ- (ελπίδα) + -ο- + -φόρος (αρχαία ελληνική φέρω)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /el.pi.ðoˈfo.ɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ελ‐πι‐δο‐φό‐ρος
Επίθετο
[επεξεργασία]ελπιδοφόρος, -α, -ο
- που φέρνει, που γεννά ελπίδες
ελπιδοφόρα προοπτική- ※ Αυτό το πήδημα έξω από την αρλουμπολογία, τον θεατρινισμό και τη θεατρικότητα των μέχρι τώρα κωμωδιών, με τη σβελτωσύνη ενός Χάρρυ Κλυν , με τη φινέτσα και τη δροσιά μιας σπιρτόζας μικρής σουμπρέττας, όπως είναι η Ματίνα Καρρά και μιας θελκτικής νεαρής πρωταγωνίστριας σαν την Έρρικα Μπρόγιερ και με την ευρηματικότητα και την κινηματογραφική αντίληψη του σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου, είναι από τα πιο ελπιδοφόρα. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορία του Ελληνικού κινηματογράφου: Η ελληνική κινηματογραφική κωμωδία, εκδ. Αιγόκερως, 1989, σελ. 176)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- Ελπιδοφόρος (όνομα / επώνυμο)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -φόρος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)