φέρελπις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ φέρελπις τὸ φέρελπι οἱ, αἱ φερέλπιδες τὰ φερέλπιδα
Γενική τοῦ, τῆς φερέλπιδος τοῦ φερέλπιδος τῶν φερελπίδων τῶν φερελπίδων
Δοτική τῷ, τῇ φερέλπιδι τῷ φερέλπιδι τοῖς, ταῖς φερέλπισι(ν) τοῖς φερέλπισι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν φέρελπιν τὸ φέρελπι τοὺς, τὰς φερέλπιδας τὰ φερέλπιδα
Κλητική φέρελπις φέρελπι φερέλπιδες φερέλπιδα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική φερέλπιδε
Γενική-Δοτική φερελπίδοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φέρελπις < φέρω + ελπίς.

Επίθετο[επεξεργασία]

φέρελπις

  1. (καθαρεύουσα)Αυτός που φέρνει την ελπίδα.
    Φερέλπιδες έφηβοι.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]