Μετάβαση στο περιεχόμενο

desperate

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: disparate

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός desperate
συγκριτικός more desperate
υπερθετικός most desperate

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

desperate < (άμεσο δάνειο) λατινική desperatus < despero

Επίθετο

[επεξεργασία]
  1. απελπισμένος, που δείχνει ότι έχω λίγες ελπίδες και είμαι έτοιμος να κάνω οτιδήποτε χωρίς να ανησυχώ για κίνδυνο για τον εαυτό μου ή τους άλλους
    παράδειγμα  Somewhere out there was a desperate man who was cold and hungry.
    Κάπου εκεί έξω ήταν ένας απελπισμένος άνθρωπος που κρύωνε και πεινούσε.
    παράδειγμα  I heard sounds of a desperate struggle in the next room.
    Άκουσα ήχους μιας απελπισμένης πάλης στο διπλανό δωμάτιο.
    παράδειγμα  The prisoners grew increasingly desperate.
    Οι κρατούμενοι γίνονταν όλο και πιο απελπισμένοι.
    παράδειγμα  Stores are getting desperate after two years of poor sales.
    Τα καταστήματα έχουν αρχίσει να απελπίζονται μετά από δύο χρόνια με κακές πωλήσεις.
  2. απελπισμένος, απεγνωσμένος, για μια ενέργεια που δίνει ελάχιστες ελπίδες επιτυχίας και επιχειρείται όταν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει
    παράδειγμα  He made a desperate bid for freedom.
    Έκανε μια απελπισμένη προσπάθεια να ξεφύγει.
    παράδειγμα  His increasing financial difficulties forced him to take desperate measures.
    Τα αυξανόμενα οικονομικά του προβλήματα τον ανάγκασαν να πάρει απελπισμένα μέτρα.
    παράδειγμα  Doctors were fighting a desperate battle to save the little girl's life.
    Οι γιατροί έδιναν μια απελπισμένη μάχη για να σώσουν τη ζωή του μικρού κοριτσιού.
    παράδειγμα  She clung to the edge in a desperate attempt to save herself.
    Πιάστηκε από την άκρη σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σωθεί.
  3. απελπισμένος, απεγνωσμένος, που χρειάζεται ή θέλει κάτι πολύ
    παράδειγμα  He was so desperate for a job that he would have done anything.
    Ήταν τόσο απελπισμένος για δουλειά, που θα έκανε τα πάντα.
    παράδειγμα  He is desparate for a job.
    Είναι απεγνωσμένος για δουλειά.
    παράδειγμα  I was absolutely desperate to see her.
    Ήθελα πολύ απελπισμένα να τη δω.
    παράδειγμα  She was desperate to escape small town life.
    Ήθελε απεγνωσμένα να ξεφύγει από τη ζωή στη μικρή πόλη.
  4. απελπιστικός, άμεσος, για κατάσταση που είναι δύσκολη και επικίνδυνη
    παράδειγμα  The situation in the hospitals is desperate.
    Η κατάσταση στα νοσοκομεία είναι απελπιστική.
    παράδειγμα  The children are in desperate need of love and attention.
    Τα παιδιά έχουν άμεση ανάγκη για αγάπη και φροντίδα.

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]