desperate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | desperate |
| συγκριτικός | more desperate |
| υπερθετικός | most desperate |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]desperate < (άμεσο δάνειο) λατινική desperatus < despero
Επίθετο
[επεξεργασία]- απελπισμένος, που δείχνει ότι έχω λίγες ελπίδες και είμαι έτοιμος να κάνω οτιδήποτε χωρίς να ανησυχώ για κίνδυνο για τον εαυτό μου ή τους άλλους
Somewhere out there was a desperate man who was cold and hungry.
- Κάπου εκεί έξω ήταν ένας απελπισμένος άνθρωπος που κρύωνε και πεινούσε.
I heard sounds of a desperate struggle in the next room.
- Άκουσα ήχους μιας απελπισμένης πάλης στο διπλανό δωμάτιο.
The prisoners grew increasingly desperate.
- Οι κρατούμενοι γίνονταν όλο και πιο απελπισμένοι.
Stores are getting desperate after two years of poor sales.
- Τα καταστήματα έχουν αρχίσει να απελπίζονται μετά από δύο χρόνια με κακές πωλήσεις.
- απελπισμένος, απεγνωσμένος, για μια ενέργεια που δίνει ελάχιστες ελπίδες επιτυχίας και επιχειρείται όταν όλα τα άλλα έχουν αποτύχει
He made a desperate bid for freedom.
- Έκανε μια απελπισμένη προσπάθεια να ξεφύγει.
His increasing financial difficulties forced him to take desperate measures.
- Τα αυξανόμενα οικονομικά του προβλήματα τον ανάγκασαν να πάρει απελπισμένα μέτρα.
Doctors were fighting a desperate battle to save the little girl's life.
- Οι γιατροί έδιναν μια απελπισμένη μάχη για να σώσουν τη ζωή του μικρού κοριτσιού.
She clung to the edge in a desperate attempt to save herself.
- Πιάστηκε από την άκρη σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σωθεί.
- απελπισμένος, απεγνωσμένος, που χρειάζεται ή θέλει κάτι πολύ
He was so desperate for a job that he would have done anything.
- Ήταν τόσο απελπισμένος για δουλειά, που θα έκανε τα πάντα.
He is desparate for a job.
- Είναι απεγνωσμένος για δουλειά.
I was absolutely desperate to see her.
- Ήθελα πολύ απελπισμένα να τη δω.
She was desperate to escape small town life.
- Ήθελε απεγνωσμένα να ξεφύγει από τη ζωή στη μικρή πόλη.
- απελπιστικός, άμεσος, για κατάσταση που είναι δύσκολη και επικίνδυνη
The situation in the hospitals is desperate.
- Η κατάσταση στα νοσοκομεία είναι απελπιστική.
The children are in desperate need of love and attention.
- Τα παιδιά έχουν άμεση ανάγκη για αγάπη και φροντίδα.