disparate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

disparate (fr)

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός disparate
συγκριτικός more disparate
υπερθετικός most disparate

Επίθετο[επεξεργασία]

disparate (en)

  1. τελείως διαφορετικός, αλλιώτικος, ανόμοιος, διαφορετικός, διάφορος
     συνώνυμα::dissimilar, different
  2. ποικίλος
     συνώνυμα: varied



Πορτογαλικά (pt)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
disparate disparates

disparate (pt) αρσενικό