ποικίλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ποικίλος ποικίλη ποικίλο
γενική ποικίλου ποικίλης ποικίλου
αιτιατική ποικίλο ποικίλη ποικίλο
κλητική ποικίλε ποικίλη ποικίλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ποικίλοι ποικίλες ποικίλα
γενική ποικίλων ποικίλων ποικίλων
αιτιατική ποικίλους ποικίλες ποικίλα
κλητική ποικίλοι ποικίλες ποικίλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποικίλος < αρχαία ελληνική ποικίλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ποικίλος

  1. που παρουσιάζει ή εμφανίζει ποικιλία

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποικίλος < αβέβαιου ετυμ. πιθανόν ρίζα συγγενής με το πικρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ποικίλος, -η, -ον

  1. πεποικιλμένος, πεποίκλιτος, παρδαλός, ποικιλόχρωμος
  2. στολισμένος με κεντήματα ή άλλα στολίδια, συχνά μεταλλικά, διακοσμημένος με ζωγαφιές
  3. διάστικτος
  4. ευμετάβλητος, άστατος, απρόβλεπτος, ποικιλότροπος
  5. πολύπλοκος, περίπλοκος
  6. πολυμήχανος


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]