ποικίλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ποικίλος ποικίλη ποικίλο
γενική ποικίλου ποικίλης ποικίλου
αιτιατική ποικίλο ποικίλη ποικίλο
κλητική ποικίλε ποικίλη ποικίλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ποικίλοι ποικίλες ποικίλα
γενική ποικίλων ποικίλων ποικίλων
αιτιατική ποικίλους ποικίλες ποικίλα
κλητική ποικίλοι ποικίλες ποικίλα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποικίλος < αρχαία ελληνική ποικίλος

Επίθετο[επεξεργασία]

ποικίλος

  1. που παρουσιάζει ή εμφανίζει ποικιλία

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποικίλος < αβέβαιου ετυμ. πιθανόν ρίζα συγγενής με το πικρός

Επίθετο[επεξεργασία]

ποικίλος, -η, -ον

  1. πεποικιλμένος, πεποίκλιτος, παρδαλός, ποικιλόχρωμος
  2. στολισμένος με κεντήματα ή άλλα στολίδια, συχνά μεταλλικά, διακοσμημένος με ζωγαφιές
  3. διάστικτος
  4. ευμετάβλητος, άστατος, απρόβλεπτος, ποικιλότροπος
  5. πολύπλοκος, περίπλοκος
  6. πολυμήχανος


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]