ποικίλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ποικίλος η ποικίλη το ποικίλο
      γενική του ποικίλου της ποικίλης του ποικίλου
    αιτιατική τον ποικίλο την ποικίλη το ποικίλο
     κλητική ποικίλε ποικίλη ποικίλο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ποικίλοι οι ποικίλες τα ποικίλα
      γενική των ποικίλων των ποικίλων των ποικίλων
    αιτιατική τους ποικίλους τις ποικίλες τα ποικίλα
     κλητική ποικίλοι ποικίλες ποικίλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποικίλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποικίλος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /piˈci.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ποι‐κί‐λος

Επίθετο[επεξεργασία]

ποικίλος, -η, -ο

  1. που παρουσιάζει ή εμφανίζει ποικιλία, έχει πολλά διαφορετικά χαρακτηριστικά
     συνώνυμα: πολύμορφος
  2. που είναι διακοσμημένος με πολλά στολίδια
     συνώνυμα: πλουμιστός, στολισμένος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
ποικιλ- 

και

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ποικίλος ποικίλη τὸ ποικίλον
      γενική τοῦ ποικίλου τῆς ποικίλης τοῦ ποικίλου
      δοτική τῷ ποικίλ τῇ ποικίλ τῷ ποικίλ
    αιτιατική τὸν ποικίλον τὴν ποικίλην τὸ ποικίλον
     κλητική ! ποικίλε ποικίλη ποικίλον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ποικίλοι αἱ ποικίλαι τὰ ποικίλ
      γενική τῶν ποικίλων τῶν ποικίλων τῶν ποικίλων
      δοτική τοῖς ποικίλοις ταῖς ποικίλαις τοῖς ποικίλοις
    αιτιατική τοὺς ποικίλους τὰς ποικίλᾱς τὰ ποικίλ
     κλητική ! ποικίλοι ποικίλαι ποικίλ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ποικίλω τὼ ποικίλ τὼ ποικίλω
      γεν-δοτ τοῖν ποικίλοιν τοῖν ποικίλαιν τοῖν ποικίλοιν
2&1η κλίση, Κατηγορία όπως «στρογγύλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ποικίλος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

ποικίλος, -η, -ον

  1. ποικιλόχρωμος, παρδαλόςδείτε τις λέξεις πεποικιλμένος και πεποίκλιτος
  2. στολισμένος με κεντήματα ή άλλα στολίδια, συχνά μεταλλικά, διακοσμημένος με ζωγαφιές
  3. διάστικτος
  4. ευμετάβλητος, άστατος, απρόβλεπτος, ποικιλότροπος
  5. πολύπλοκος, περίπλοκος
  6. πολυμήχανος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
ποικιλ- 

και

(Χρειάζεται επεξεργασία)

Πηγές[επεξεργασία]