severe

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: sévère

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

severe (en)

  1. αυστηρός


Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

severe < sever- + -e

Επίρρημα[επεξεργασία]

severe (eo)