severity

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

severity (en)

  1. η αυστηρότητα, η σκληρότητα
  2. η δριμύτητα
  3. η σοβαρότητα (μιας κατάστασης, μιας πάθησης)