αυστηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυστηρός αυστηρή αυστηρό
γενική αυστηρού αυστηρής αυστηρού
αιτιατική αυστηρό αυστηρή αυστηρό
κλητική αυστηρέ αυστηρή αυστηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυστηροί αυστηρές αυστηρά
γενική αυστηρών αυστηρών αυστηρών
αιτιατική αυστηρούς αυστηρές αυστηρά
κλητική αυστηροί αυστηρές αυστηρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυστηρός < αρχαία ελληνική αὐστηρός < αὕω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /af.sti.ˈɾɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυστηρός

  1. που εξαναγκάζει άλλους να τηρούν τους νόμους χωρίς παρέκκλιση
  2. (για ποινή) βαρύς
  3. (στην τέχνη) λιτός
  4. (λογική)(μαθηματικά) είναι ο τυπικός (ακριβής) και χωρίς παρερμηνείες στη διατύπωσή του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]