naughty

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Επίθετο[]

naughty (en)

  1. άτακτος (ως προς τη συμπεριφορά)
  2. πονηρός (με σεξουαλικά υπονοούμενα)
  3. (αρχαϊκό) κακός
    the naughty witch - η κακιά μάγισσα