άτακτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική άτακτος άτακτη άτακτο
γενική άτακτου άτακτης άτακτου
αιτιατική άτακτο άτακτη άτακτο
κλητική άτακτε άτακτη άτακτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άτακτοι άτακτες άτακτα
γενική άτακτων άτακτων άτακτων
αιτιατική άτακτους άτακτες άτακτα
κλητική άτακτοι άτακτες άτακτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άτακτος < αρχαία ελληνική ἄτακτος

Open book 01.svg Επίθετο[]

άτακτος, -η, -ο

  1. που δεν είναι σε τάξη
  2. που κάνει αταξίες
    Αυτό το παιδί είναι άτακτο.
  3. που δεν γίνεται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]