συγκεκριμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική συγκεκριμένος συγκεκριμένη συγκεκριμένο
γενική συγκεκριμένου συγκεκριμένης συγκεκριμένου
αιτιατική συγκεκριμένο συγκεκριμένη συγκεκριμένο
κλητική συγκεκριμένε συγκεκριμένη συγκεκριμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συγκεκριμένοι συγκεκριμένες συγκεκριμένα
γενική συγκεκριμένων συγκεκριμένων συγκεκριμένων
αιτιατική συγκεκριμένους συγκεκριμένες συγκεκριμένα
κλητική συγκεκριμένοι συγκεκριμένες συγκεκριμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγκεκριμένος < ελληνιστική μετοχή συγκεκριμένος < αρχαία ελληνική μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγκρίνω

Μετοχή[επεξεργασία]

συγκεκριμένος

  1. Ο ορισμένος με σαφήνεια, σε αντιδιαστολή προς οτιδήποτε σχετικό αλλά διαφορετικό, το οποίο μπορεί να εννοηθεί προκαλώντας σύγχυση. Η χρήση της αποσκοπεί στο να αποκλειστεί η ασάφεια και η παρερμηνεία. Χρήση επιθέτου μπορεί επίσης να έχει.
    Χρειάζονται συγκεκριμένες προτάσεις και όχι αερολογίες και γενικούρες.
    Μας ζήτησε το συγκεκριμένο προϊόν γιατί δεν ήθελε ακριβότερο, ο άνθρωπος ήταν σαφής.
  2. συγκεκριμένα ουσιαστικά: εκείνα που σημαίνουν πρόσωπα, ζώα, πράγματα π.χ. άνδρας, αλεπού, σκευοφυλάκιο, και όχι αφηρημένες έννοιες όπως π.χ. αλήθεια, πίστη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

με εννοιολογική διαφοροποίηση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]