ghastly

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ghastly (en)

  1. τρομακτικός, φοβιστικός
  2. φρικαλέος