Μετάβαση στο περιεχόμενο

αλλοιώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αλλοιώνω < αρχαία ελληνική ἀλλοιόω

αλλοιώνω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]