αλλοιώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλλοιώνω < αρχαία ελληνική ἀλλοιόω

Ρήμα[επεξεργασία]

αλλοιώνω

  1. αλλάζω, μεταβάλλω, τροποποιώ, επεξεργάζομαι κάτι, προς το χειρότερο

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]