spoil

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spoil (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

spoil (en)

  1. (μεταβατικό) χαλάω κάτι (το καταστρέφω)
  2. (μεταβατικό) χαλάω κάποιον (τον κακομαθαίνω)
  3. (αμετάβατο) χαλάω (για φαγητό)