bidden

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

bidden (en)

  • παθητική μετοχή του ρήματος bid (σημασία: δίδω εντολή)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

bidden (en)

  • παθητική μετοχή του ρήματος bide

Άλλες μορφές[επεξεργασία]


Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 biddenβοήθεια, αρχείο

ΔΦΑ : /ˈbɪdə(n) - bɑt - ˈbadə(n) - ɣəˈbedə(n)/

Ρήμα[επεξεργασία]

bidden (nl) (αόρ. : bad (πλ: baden), παθ. μτχ. : gebeden)