προσεύχομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσεύχομαι < από τη λέξη προσευχή

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσεύχομαι

  1. Κάνω την προσευχή μου, απευθύνομαι προς το Θεό για να τον ευχαριστήσω ή/και να τον παρακαλέσω για κάτι.
    Μή τον ενοχλείς, προσεύχεται.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

προσευχή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]