προσεύχομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

προσεύχομαι < από τη λέξη προσευχή

Open book 01.svg Ρήμα[]

προσεύχομαι

  1. Κάνω την προσευχή μου, απευθύνομαι προς το Θεό για να τον ευχαριστήσω ή/και να τον παρακαλέσω για κάτι.
    Μή τον ενοχλείς, προσεύχεται.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

προσευχή

32πχ Μεταφράσεις[]