bide

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
ενεστώτας bide
γ΄ ενικό ενεστώτα bides
αόριστος bode, bided
παθητική μετοχή bidden, bided
ενεργητική μετοχή biding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /baɪd/ (βρετανική κα ΗΠΑ)

bide (en)

  1. (παρωχημένο) διαμένω
  2. (παρωχημένο) περιμένω

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Παρωχημένο, εκτός από την έκφραση bide one's time. Αντ' αυτού χρησιμοποιείται το ρήμα abide



Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bide (eu)



Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bide bides

bide (fr) αρσενικό

  1. (αργκό) η κοιλιά
    rentre ton bide ! - βάλε μέσα την κοιλιά σου!
  2. (αργκό) η αποτυχία
    cette voiture a fait un bide - αυτό το αυτοκίνητο ήταν σκέτη αποτυχία