abide

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας abide
γ΄ ενικό ενεστώτα abides
αόριστος abode, abided
παθητική μετοχή abode, abided, abidden
ενεργητική μετοχή abiding
αγγλικά ανώμαλα ρήματα
O τύπος abidden, σπάνιος.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

abide (en)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • abide by:τηρώ
  • can’t abide: δεν ανέχομαι/αντέχω