πολιτεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολιτεία πολιτείες
γενική πολιτείας πολιτειών
αιτιατική πολιτεία πολιτείες
κλητική πολιτεία πολιτείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πολιτεία < αρχαία ελληνική πολιτεία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πολιτεία θηλυκό

  1. η κρατική εξουσία και οι θεσμοί που αυτή εποπτεύει ως η ενιαία έκφραση μιας οργανωμένης κοινότητας ανθρώπων
  2. το καθένα από τα ομόσπονδα κράτη που συγκροτούν τις ΗΠΑ
  3. ο τρόπος που έζησε κάποιος τη ζωή του
    ο βίος και η πολιτεία του τάδε
  4. πόλη, τόπος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]