κοινοπολιτεία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κοινοπολιτεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κοινοπολιτεία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική commonwealth.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε κοινο- + πολιτεία.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ci.no.po.liˈti.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κοι‐νο‐πο‐λι‐τεί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κοινοπολιτεία θηλυκό
- η ιδιότητα μέλους σε μορφή διασύνδεσης και συνεργασίας σε διάφορους τομείς μεταξύ ανεξάρτητων χωρών.
Βρετανική Κοινοπολιτεία (μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των πρώην αποικιών του), Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (μεταξύ των πρώην Δημοκρατιών τηςΣοβιετικής Ένωσης)- → δείτε επίσης: το αρχαίο «κοινόν όπως των Ιώνων, των Βοιωτών, συμπολιτεία, ομοσπονδία, συνομοσπονδία
- (συνήθως με κεφαλαίο Κοινοπολιτεία) υπονοείται η Κοινοπολιτεία παλιών αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας
Συχνά οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στην Κοινοπολιτεία για μια έννοια είναι διαφορετικές από αυτές που ακούμε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως rubbish (σκουπίδι, στην Κοινοπολιτεία), trash (σκουπίδι, στις ΗΠΑ).
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Κοινοπολιτεία των Εθνών στη Βικιπαίδεια
, η κοινοπολιτεία πρώην αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας
-
Πολωνική-Λιθουανική Κοινοπολιτεία στη Βικιπαίδεια
1569-1795 - επίσης: Κοινότητα των Πορτογαλόφωνων ΧωρώνWP
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κοινοπολιτεία
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κοινοπολιτεία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | κοινοπολιτείᾱ | αἱ | κοινοπολιτεῖαι | ||||
| γενική | τῆς | κοινοπολιτείᾱς | τῶν | κοινοπολιτειῶν | ||||
| δοτική | τῇ | κοινοπολιτείᾳ | ταῖς | κοινοπολιτείαις | ||||
| αιτιατική | τὴν | κοινοπολιτείᾱν | τὰς | κοινοπολιτείᾱς | ||||
| κλητική ὦ! | κοινοπολιτείᾱ | κοινοπολιτεῖαι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κοινοπολιτείᾱ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | κοινοπολιτείαιν | ||||||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κοινοπολιτεία (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική κοινο- + πολιτεία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κοινοπολιτεία, -ας θηλυκό (ελληνιστική κοινή)
- (σε επιγραφή) η ιδιότητα μέλους σε κοινό
Πηγές
[επεξεργασία]- κοινοπολιτεία - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα κοινο- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'χώρα' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με πρόθημα κοινο- (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις που μαρτυρούνται σε επιγραφές (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)