Μετάβαση στο περιεχόμενο

κοινοπολιτεία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοινοπολιτεία οι κοινοπολιτείες
      γενική της κοινοπολιτείας των κοινοπολιτειών
    αιτιατική την κοινοπολιτεία τις κοινοπολιτείες
     κλητική κοινοπολιτεία κοινοπολιτείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοινοπολιτεία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κοινοπολιτεία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική commonwealth.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε κοινο- + πολιτεία.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ci.no.po.liˈti.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κοινοπολιτεία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κοινοπολιτεία θηλυκό

  1. η ιδιότητα μέλους σε μορφή διασύνδεσης και συνεργασίας σε διάφορους τομείς μεταξύ ανεξάρτητων χωρών.
    παράδειγμα  Βρετανική Κοινοπολιτεία (μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των πρώην αποικιών του), Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (μεταξύ των πρώην Δημοκρατιών τηςΣοβιετικής Ένωσης)
     δείτε επίσης:  το αρχαίο «κοινόν όπως των Ιώνων, των Βοιωτών, συμπολιτεία, ομοσπονδία, συνομοσπονδία
  2. (συνήθως με κεφαλαίο Κοινοπολιτεία) υπονοείται η Κοινοπολιτεία παλιών αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας
    παράδειγμα  Συχνά οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στην Κοινοπολιτεία για μια έννοια είναι διαφορετικές από αυτές που ακούμε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως rubbish (σκουπίδι, στην Κοινοπολιτεία), trash (σκουπίδι, στις ΗΠΑ).

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]




Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κοινοπολιτεί αἱ κοινοπολιτεῖαι
      γενική τῆς κοινοπολιτείᾱς τῶν κοινοπολιτειῶν
      δοτική τῇ κοινοπολιτεί ταῖς κοινοπολιτείαις
    αιτιατική τὴν κοινοπολιτείᾱν τὰς κοινοπολιτείᾱς
     κλητική ! κοινοπολιτεί κοινοπολιτεῖαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κοινοπολιτεί
γεν-δοτ τοῖν  κοινοπολιτείαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κοινοπολιτεία (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική κοινο- + πολιτεία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κοινοπολιτεία, -ας θηλυκό (ελληνιστική κοινή)