πολιτισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πολιτισμένος πολιτισμένη πολιτισμένο
γενική πολιτισμένου πολιτισμένης πολιτισμένου
αιτιατική πολιτισμένο πολιτισμένη πολιτισμένο
κλητική πολιτισμένε πολιτισμένη πολιτισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολιτισμένοι πολιτισμένες πολιτισμένα
γενική πολιτισμένων πολιτισμένων πολιτισμένων
αιτιατική πολιτισμένους πολιτισμένες πολιτισμένα
κλητική πολιτισμένοι πολιτισμένες πολιτισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολιτισμένος < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική civilisé. Αναλύεται σε πολιτισ(μός) + -μένος (όπως αν υπήρχε *πολιτίζω)[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔ.li.tiˈzmɛ.nɔs/
συλλαβισμός: πο‐λι‐τι‐σμέ‐νος

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πολιτισμένος

  1. που έχει ήδη από το παρελθόν ανεπτυγμένο πολιτισμό
  2. (για άτομα) που έχει εκλεπτυσμένους καλούς τρόπους

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]