πολιτισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολιτισμένος < αυτός που έχει αναπτύξει τον πολιτισμό

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πολιτισμένος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομοριζα: πολιτεια Πολιτισμενος πολιτειακος Συμπολιτειακος Πολίτης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]