απολίτιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απολίτιστος απολίτιστη απολίτιστο
γενική απολίτιστου απολίτιστης απολίτιστου
αιτιατική απολίτιστο απολίτιστη απολίτιστο
κλητική απολίτιστε απολίτιστη απολίτιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απολίτιστοι απολίτιστες απολίτιστα
γενική απολίτιστων απολίτιστων απολίτιστων
αιτιατική απολίτιστους απολίτιστες απολίτιστα
κλητική απολίτιστοι απολίτιστες απολίτιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απολίτιστος < α- + πολιτισμένος + -τος ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική incivilisé)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.ˈli.ti.stɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απολίτιστος, -η, -ο

  1. Αυτός που δεν έχει τρόπους ή ηθική· που είναι αγενής, ασεβής ή βίαιος.
    Συνώνυμα αγενής, αγροίκος, άξεστος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]