βάρβαρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βάρβαρος βάρβαρη βάρβαρο
γενική βάρβαρου βάρβαρης βάρβαρου
αιτιατική βάρβαρο βάρβαρη βάρβαρο
κλητική βάρβαρε βάρβαρη βάρβαρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βάρβαροι βάρβαρες βάρβαρα
γενική βάρβαρων βάρβαρων βάρβαρων
αιτιατική βάρβαρους βάρβαρες βάρβαρα
κλητική βάρβαροι βάρβαρες βάρβαρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάρβαρος < αρχαία ελληνική βάρβαρος < (ηχομιμητική λέξη) (από την ηχομιμητική λέξη βαρβαρ, έτσι όπως ηχούσε η ομιλία των άλλων γλωσσών στους αρχαίους Έλληνες)

Επίθετο[επεξεργασία]

βάρβαρος, -η/-ος, -ον

  1. (για ανθρώπους ή σύνολα ανθρώπων) απαίδευτος, απολίτιστος, χυδαίος, άξεστος
  2. (για ανθρώπους ή σύνολα ανθρώπων) βάνδαλος, σκληρός
  3. που αρμόζει σε βαρβάρους, βαρβαρικός
    βάρβαρα έθιμα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάρβαρος αρσενικό

  1. (στην αρχαία ιστορία) αυτός που ανήκει σε ένα αλλόγλωσσο έθνος ή φυλή
  2. (στην αρχαία και βυζαντινή ιστορία) αυτός που κατοικούσε έξω από τα σύνορα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και θεωρούνταν καθυστερημένος και απολίτιστος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]