ημιβάρβαρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημιβάρβαρος < ημι- + βάρβαρος

Επίθετο[επεξεργασία]

ημιβάρβαρος, -η, -ο

  1. που βρίσκεται σε ένα ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ βαρβαρότητας και πολιτισμού
    ημιβάρβαρος λαός, ημιβάρβαρη κατάσταση


Μεταφράσεις[επεξεργασία]