ξένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξένος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ξένος (φιλοξενούμενος)[1] < προελληνική

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkse.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξέ‐νος

Επίθετο[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξένος η ξένη το ξένο
      γενική του ξένου της ξένης του ξένου
    αιτιατική τον ξένο την ξένη το ξένο
     κλητική ξένε ξένη ξένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξένοι οι ξένες τα ξένα
      γενική των ξένων των ξένων των ξένων
    αιτιατική τους ξένους τις ξένες τα ξένα
     κλητική ξένοι ξένες ξένα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

ξένος -η -ο

  1. που προέρχεται από άλλο τόπο
    Μου λέτε πώς είναι η αφετηρία των υπεραστικών λεωφορείων, γιατί είμαι ξένη στα μέρη σας;
  2. που προέρχεται από ή ανήκει σε ή χαρακτηρίζει άλλη χώρα
    ξένη γλώσσα, ξένα πανεπιστήμια, το ξένο κεφάλαιο
  3. που δε μου ταιριάζει ή δεν είμαι εξοικειωμένος μαζί του
    μου είναι ξένες αυτές οι συνήθειες
  4. που ανήκει σε κάποιον άλλο
    δεν μπορώ να φορέσω ξένα ρούχα
    ο ξένος πόνος δεν πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους
  5. (θεωρία συνόλων) για σύνολα που δεν έχουν κοινά στοιχεία μεταξύ τους, που η τομή τους είναι το κενό σύνολο
    τα σύνολα { α, β } και { γ, δ, ε } είναι ξένα σύνολα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ξένο σώμα: κάτι που δεν μπορεί να ενταχθεί οργανικά σε ένα σύνολο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
ξεν- 

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ξένος οι ξένοι
      γενική του ξένου των ξένων
    αιτιατική τον ξένο τους ξένους
     κλητική ξένε ξένοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ξένος αρσενικό (θηλυκό ξένη)

  1. αυτός που προέρχεται από άλλο τόπο
    Άνοιξε ο ξένος μαγαζί στο νησί μας και περιμένει να πάει καλά!
  2. αλλοδαπός
    Δεν ξέρει από ελληνικά γλέντια ο άνθρωπος, είναι ξένος
  3. αυτός που δεν ανήκει στην οικογένεια
    Δε θέλω να λες σε ξένους τα οικογενειακά μας
  4. φιλοξενούμενος
    Καλύτερα σε μια βδομάδα, γιατί αυτό το Σαββατοκύριακο έχουμε ξένους στο σπίτι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξένος < ξένϝος < προελληνική

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ξένος ξένη
ξένος
τὸ ξένον
      γενική τοῦ ξένου τῆς ξένης
ξένου
τοῦ ξένου
      δοτική τῷ ξέν τῇ ξέν
ξέν
τῷ ξέν
    αιτιατική τὸν ξένον τὴν ξένην
ξένον
τὸ ξένον
     κλητική ! ξένε ξένη
ξένε
ξένον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ξένοι αἱ ξέναι
ξένοι
τὰ ξέν
      γενική τῶν ξένων τῶν ξένων
ξένων
τῶν ξένων
      δοτική τοῖς ξένοις ταῖς ξέναις
ξένοις
τοῖς ξένοις
    αιτιατική τοὺς ξένους τὰς ξένᾱς
ξένους
τὰ ξέν
     κλητική ! ξένοι ξέναι
ξένοι
ξέν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ξένω τὼ ξέν
ξένω
τὼ ξένω
      γεν-δοτ τοῖν ξένοιν τοῖν ξέναιν
ξένοιν
τοῖν ξένοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος.
2&1η κλίση, ομάδα 'δίκαιος', Κατηγορία όπως «ξένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

ξένος, -η, -ον και -ος, -ος, -ον

  1. ξένος, από άλλη χώρα, αλλοεθνής, αλλοδαπός
  2. αδαής, ανίδεος, άσχετος
  3. αλλόκοτος, παράδοξος, περίεργος, ασυνήθιστος
  4. δείτε και το #ουσιαστικό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
ξεν- 

Σύνθετα[επεξεργασία]

όπως

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξένος αρσενικό ιωνικός τύπος : ξεῖνος

  1. φίλος από φιλοξενία, ο επισκέπτης, ο μουσαφίρης
    φιλική προσφώνηση: 'ὦ ξένε
  2. ο ξένος από άλλη χώρα
  3. ικέτης ξενικής καταγωγής
  4. προσωρινός κάτοικος
  5. μισθοφόρος

Πηγές[επεξεργασία]