ξεναγέτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική ξεναγέτης ξεναγέτα ξεναγέται
Γενική ξεναγέτου ξεναγέταιν ξεναγετῶν
Δοτική ξεναγέτ ξεναγέταιν ξεναγέταις
Αιτιατική ξεναγέτην ξεναγέτα ξεναγέτας
Κλητική ξεναγέτα ξεναγέτα ξεναγέται

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξεναγέτης < ξένος + ἡγέομαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξεναγέτης

  • ...ἔλασεν ἀντιτυχόντ᾽ ἀνὴρ μαχαίρᾳ. βάρυνθεν δὲ περισσὰ Δελφοὶ ξεναγέται. ἀλλὰ τὸ μόρσιμον ἀπέδωκεν (Πίνδ. Ωδαί για τον Σωσιγένη, 7): και πάνω σε έναν καβγά (για τη θυσία) τον μαχαίρωσε ένας άνδρας. Οι φιλόξενοι κάτοικοι των Δελφών το πήραν πολύ βαριά. Ομως εκπλήρωσε τη μοίρα του


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]