φιλοξενούμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλοξενούμενος < φιλοξενούμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιλοξενούμενος αρσενικό

  1. ο επισκέπτης, αυτός που τον υποδέχεται κάποιος στο σπίτι του ή στην περιοχή του
    η χορωδία θα είναι φιλοξενούμενη του Μεγάρου Μουσικής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: φιλόξενος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]