φιλοξενούμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλοξενούμενος < φιλοξενούμαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φιλοξενούμενος αρσενικό

  1. ο επισκέπτης, αυτός που τον υποδέχεται κάποιος στο σπίτι του ή στην περιοχή του
    η χορωδία θα είναι φιλοξενούμενη του Μεγάρου Μουσικής

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  φιλόξενος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]