ξένιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξένιος < αρχαία ελληνική ξένιος

Επίθετο[επεξεργασία]

ξένιος, ξενία, ξένιο

  1. επιθετο του Δία σε ό,τι αφορούσε την φιλοξενία αλλά και τον θεό που πίστευαν οι ξένοι
  2. (παρωχημένο) ο ξενικός
  3. (δίκτυο υπολογιστών) host: ο κόμβος (node), που είναι υπολογιστής (πχ. τερματικό χρήστη, τάμπλετ, έξυπνο τηλέφωνο, κλπ) και όχι άλλη συσκευή υποστήριξης δικτύου (μεταγωγέας, δρομολογητής, κλπ). Ο υπολογιστής που τα προγράμματά του δεν αφορούν την λειτουργία του ίδιου του δικτύου, αλλά εξυπηρετούν τους χρήστες και γιαυτό είναι «ξενικός» ως προς το δίκτυο
     συνώνυμα: (στο διαδίκτυο) ακραίο σύστημα[1]
    υπερώνυμο: κόμβος (node)
    υπώνυμα: εξυπηρετητής (server), ξενιστής (host), τερματικό (terminal), πελάτης (client), τερματική συσκευή δεδομένων (DTE)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξένιος < ξένος

Επίθετο[επεξεργασία]

ξένιος ξενία, ξένιον αλλά και διγενές ξένιος,ος,ον

  1. επίθετο του Δία, απαντά και ξείνιος
    Ζεὺς δ᾿ ἐπιτιμήτωρ ἱκετάων τε ξείνων τε, ξείνιος, ὃς ξείνοισιν ἅμ᾿ αἰδοίοισιν ὀπηδεῖ. ( τιμή στους ξένους πρέπει· αντάμα τους οδεύει ο Δίας ο ξένιος. για να παιδεύει τους που αδίκησαν τον ξένο, τον ικέτη)
  2. ο σχετικός με τη φιλοξενία, τα δικαιώματα των ξένων
  3. η φιλία, ο σχετικός με τη φιλία
    ἴστω νῦν Ζεὺς πρῶτα θεῶν, ξενίη τε τράπεζα, ἱστίη τ᾽ Ὀδυσῆος ἀμύμονος, ἣν ἀφικάνω: (Πρώτος ο Δίας ας είναι μάρτυρας και της φιλιάς η τάβλα και του Οδυσσέα το τζάκι του άψεγου, που εδέχτη εμέ τον ξένο)
  4. ο πληθυντικός του ουδετέρου, τα ξένια και τα ξείνια ήταν το φαγητό, ποτό, δώρα που προσέφραν στον φιλοξενούμενο, όσα του έδιναν για να τον φιλέψουν
  5. ο ξένος, η ξένη χώρα
    ἐπὶ ξενίας γης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Αναφορές[επεξεργασία]