τερματικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τερματικό τα τερματικά
      γενική του τερματικού των τερματικών
    αιτιατική το τερματικό τα τερματικά
     κλητική τερματικό τερματικά
Παράρτημα
Κόμβοι (nodes) τερματικά είναι τα ακραία σημεία ενός δικτύου

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τερματικό < βρίσκεται στην άκρη, στο τέλος, στο τελευταίο σημείο πρόσβασης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τερματικό ουδέτερο

  1. (τεχνολογία, δίκτυο υπολογιστών) ο ακραίος κόμβος (node) σε ένα δίκτυο όπου εισάγονται ή εξάγονται πληροφορίες και ηλεκτρικά σήματα, όπως ένα τηλέφωνο, ένας υπολογιστής, ένα ΑΤΜ τράπεζας, ένας εκτυπωτής, κλπ.
  2. (πληροφορική) υπολογιστής σε δίκτυο, όπου εισάγονται ή εξάγονται δεδομένα
  3. (πληροφορική) πρόγραμμα εξομοίωσης κονσόλας, που ανοίγει ένα παράθυρο γραμμής εντολών μέσα σε ένα γραφικό περιβάλλον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]