host
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| host | hosts |
- ο οικοδεσπότης
Our host gave us a quick tour of the house.
- Ο οικοδεσπότης μας έκανε μια γρήγορη ξενάγηση στο σπίτι.
- ο διοργανωτής μιας εκδήλωσης, μια χώρα, μια πόλη ή ένας οργανισμός που διοργανώνει μια εκδήλωση
Greece was the host nation of the 2004 Olympics.
- Η Ελλάδα ήταν η διοργανώτρια χώρα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.
- ο παρουσιαστής, άνθρωπος που παρουσιάζει μια τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή και μιλάει με τους καλεσμένους
He is the host of a game show on television.
- Είναι ο παρουσιαστής ενός τηλεπαιχνιδιού στην τηλεόραση.
- (βιολογία) ο ξενιστής
- (δίκτυο υπολογιστών) ξένιος υπολογιστής [1]
On a network, your computer is referred to as a host.
- Σε ένα δίκτυο, ο υπολογιστής σας αναφέρεται ως ξένιος.
- ≈ συνώνυμα: (στο internet) end system
- υπερώνυμο: node
- υπώνυμα: server, terminal node, client, host (ξενιστής), data terminal equipment
- → δείτε τις λέξεις hostname και localhost
- (δίκτυο υπολογιστών) ξενιστής υπολογιστής [1]
- (δίκτυο υπολογιστών) υπολογιστής ή πρόγραμμα που παρέχει υπηρεσίες
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- Dynamic Host Configuration Protocol (DHCP)
- hosts file
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | host |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | hosts |
| αόριστος | hosted |
| παθητική μετοχή | hosted |
| ενεργητική μετοχή | hosting |
host (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) διοργανώνω, φιλοξενώ, παραθέτω δεξίωση, οργανώνω μια εκδήλωση ή ένα γεύμα στο οποίο έχω προσκαλέσει καλεσμένους
I’m hosting the dinner party this Saturday.
- Διοργανώνω το δείπνο αυτό το Σάββατο.
Greece hosted the 2004 Summer Olympics in Athens.
- Η Ελλάδα φιλοξένησε τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 στην Αθήνα.
Whose turn is it to host?
- Ποιανού είναι η σειρά να φιλοξενήσει;
The President hosted a banquet/reception in her honor.
- Η Πρόεδρος παρέθεσε δεξίωση προς τιμήν της.
- (μεταβατικό) παρουσιάζω εκπομπή
Charlie Rose will host tonight's show.
- Ο Τσάρλι Ρόουζ θα παρουσιάσει την αποψινή εκπομπή.
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| host | hosts |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| host | hosts |
host (en)
- το πλήθος, η πληθώρα, μεγάλος αριθμός ανθρώπων ή πραγμάτων
There was a (whole) host of visitors attending the museum.
- Υπήρχε πλήθος επισκεπτών που επισκέπτονταν το μουσείο.
The invention provides us with a new host of possibilities.
- Η εφεύρεση μας παρέχει ένα νέο πλήθος νέων δυνατοτήτων.
There is a host of information on the internet.
- Υπάρχει πληθώρα πληροφοριών στο διαδίκτυο.
Αναφορές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]
Τσεχικά (cs)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]host (cs) αρσενικό
- ο επισκέπτης, ο μουσαφίρης