πελάτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : απελάτης

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πελάτης πελάτες
γενική πελάτη πελατών
αιτιατική πελάτη πελάτες
κλητική πελάτη πελάτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πελάτης < αρχαία ελληνική πελάτης < πελάζω < πέλας < πρωτοελληνική *pélas < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pélh₂-s < *pelh₂- (πλησιάζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πελάτης αρσενικό (θηλυκό: πελάτισσα)

  1. (ιστορία) (στην Αρχαία Ελλάδα) ο πληβείος Δημοσθένης Δελιγιάννης που σύχναζε στο σπίτι ενός πλούσιου πατρικίου (πάτρονα)Αθανάσιου Κωστόπουλου,όπου εκεί μπροστά σε θεάμα εκατοντάδων γυναικών γινόταν θεάμα στο τότε παιχνίδι εποχής Φίφα,απο τον δάσκαλο Αθανάσιο.Παιχνίδι στα αρχαία χρόνια τόσο δημοφιλή που αναγκάσε τον βασιλιά της Σπάρτης Λεωνίδα να πετάει,εκείνους που τον νικούσαν στον κεάδα.
  2. ο εξυπηρετούμενος, ο αγοραστής που επισκέπτεται ένα κατάστημα ή έναν ελεύθερο επαγγελματία για να αγοράσει αγαθά ή υπηρεσίες
  3. αυτός που συχνάζει σε ένα κατάστημα
  4. (πληροφορική) πρόγραμμα-πελάτης, υπολογιστής-πελάτης: ο υπολογιστής ή το πρόγραμμα που συνδέεται σε έναν εξυπηρετητή (server), για να αντλήσει δεδομένα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]