πελάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : πέλω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πελάζω < πέλας (=πλησίον)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πελάζω

  1. πλησιάζω
  2. φέρνω κάποιον κοντά σε άλλον

Παροιμίες[επεξεργασία]

  • ὅμοιος ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει (Πλάτων, Συμπόσιον 195b)
    αντιστοιχεί στο νεοελληνικό «όνος όνο τρίβει»