Μετάβαση στο περιεχόμενο

πόλεμος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: -πόλεμος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πόλεμος οι πόλεμοι
      γενική του πολέμου
& πόλεμου
των πολέμων
    αιτιατική τον πόλεμο τους πολέμους
& πόλεμους
     κλητική πόλεμε πόλεμοι
Και λαϊκότροπος πληθυντικός, οι πολέμοι.
Κατηγορία όπως «δάσκαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πόλεμος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πόλεμος, δείτε εκεί για περισσότερα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpo.le.mos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πόλεμος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πόλεμος αρσενικό

  1. ένοπλη σύρραξη μεταξύ κρατών, στρατευμάτων ή φατριών, οργανώσεων κλπ, που διεξάγεται σε ένα ή περισσότερα μέτωπα και περιλαμβάνει μία ή περισσότερες μάχες
    παράδειγμα  ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ήταν ο μεγαλύτερος στην αρχαία Ελλάδα
      Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Μέρους καλύπτουν τό σύνολον τῶν πληθυσμῶν τῶν εἰς τήν σύρραξιν μετεχουσῶν χωρῶν ἄνευ οἱασδήποτε δυσμενοῦς διακρίσεως στηριζομένης ἰδία ἐπί ζητημάτων φυλῆς, ἐθνικότητος, θρησκείας ἤ πολιτικῶν πεποιθήσεων καί τείνουν νά μετριάσουν τά ὑπό τοῦ πολέμου προκαλούμενα δεινά. (Νόμος 3481/1955, Περί κυρώσεως των Συμβάσεων της Γενεύης της 12ης Αυγούστης 1949, άρθρο 13)
     αντώνυμα: ειρήνη
  2. (μεταφορικά) γενικευμένος προληπτικός αγώνας ή έντονη διαμάχη
    παράδειγμα  πόλεμος κατά των ναρκωτικών
    παράδειγμα  μετά το διαζύγιο, του κήρυξε τον πόλεμο
    παράδειγμα  πόλεμος για τη διαδοχή στο κόμμα

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]
  • αμυντικός πόλεμος: πόλεμος που διεξάγει ένα κράτος ή μια οργάνωση για την απώθηση του αντιπάλου
  • εθνικοαπελευθερωτικός πόλεμος: πόλεμος για την απόκτηση πολιτικής ανεξαρτησίας ενός έθνους
  • έγκλημα πολέμου
  • εγκληματίας πολέμου
  • εμφύλιος πόλεμος: πόλεμος μεταξύ στρατευμάτων και φατριών ενός κράτους ή μεταξύ φατριών στις οποίες μετέχει και τμήμα του στρατού
  • επεκτατικός πόλεμος ή ιμπεριαλιστικός πόλεμος: πόλεμος που ξεκινά από ένα κράτος με σκοπό την επέκταση της επικράτειάς του
  • ιερός πόλεμος: αυτός που ξεκινά με θρησκευτικά αίτια ή αφορμές
  • ολοκληρωτικός πόλεμος : πόλεμος χωρίς ηθικά όρια που έχει σκοπό την τελική εξόντωση του αντιπάλου
  • παγκόσμιος πόλεμος: πόλεμος στον οποίο συμμετέχουν σχεδόν όλες οι σημαντικές στρατιωτικές δυνάμεις του κόσμου
  • πυρηνικός πόλεμος : εκείνος που διεξάγεται με πυρηνικά όπλα
  • συμβατικός πόλεμος : εκείνος που διεξάγεται χωρίς πυρηνικά όπλα
  • χημικός πόλεμος, βιολογικός πόλεμος και βακτηριολογικός πόλεμος: θεωρητικά απαγορευμένα μέσα πολέμου στα οποία γίνεται χρήση συγκεκριμένων ουσιών ή μικροβίων και ιών.
  • ψυχολογικός πόλεμος : εκείνος που διεξάγεται σε ψυχολογικό επίπεδο με σκοπό την πτώση του ηθικού του αντιπάλου
  • ψυχρός πόλεμος: εκείνος που δε διεξάγεται εν θερμώ και με όπλα, αλλά με αμοιβαία απειλή, κατασκοπία και οικονομικό αποκλεισμό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πόλεμος οἱ πόλεμοι
      γενική τοῦ πολέμου
πολέμοιο (επικός)
τῶν πολέμων
      δοτική τῷ πολέμ τοῖς πολέμοις
πολέμοισῐ(ν)
    αιτιατική τὸν πόλεμον τοὺς πολέμους
     κλητική ! πόλεμε πόλεμοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πολέμω
γεν-δοτ τοῖν  πολέμοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πόλεμος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pol-, ετεροιωμένη βαθμίδα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pel- (σπρώχνω) + ένθημα -εμ- + -ος. Η εναλλαγή μεταξύ αρκτικού πτ- και π-, όπως πτόλις, πόλις, οφείλεται στην επίδραση ενός προελληνικού φθόγγου[1], ωστόσο η ίδια η λέξη δεν είναι προελληνική[2]. Ομόρριζα: πελεμίζω, *πέλεμα, πάλλω, παλμός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pó.le.mos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πόλεμος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πόλεμος, -ου αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πόλεμος σελ. 1218 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.
  2. «πόλεμος» Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.