Μετάβαση στο περιεχόμενο

war

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
war wars

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

war (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο πόλεμος, πολεμικός, εμπόλεμος, μια κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερες χώρες ή ομάδες ανθρώπων μάχονται για μια χρονική περίοδο
    παράδειγμα  a world/local war - παγκόσμιος/τοπικός πόλεμος
    παράδειγμα  an all-out/total war - ολοκληρωτικός πόλεμος
    παράδειγμα  a civil war - εμφύλιος πόλεμος
    παράδειγμα  a war of aggression/liberation - επιθετικός/απελευθερωτικός πόλεμος
    παράδειγμα  a religious/holy war - θρησκευτικός/ιερός πόλεμος
    παράδειγμα  atomic/nuclear war - ατομικός/πυρηνικός πόλεμος
    παράδειγμα  a war criminal - εγκληματίας πόλεμου
    παράδειγμα  He distinguished himself as a war correspondent in Vietnam.
    Ξεχώρισε σαν πολεμικός ανταποκριτής στο Βιετνάμ.
    παράδειγμα  The UN will withdraw the peacekeeping forces from the war zones.
    Ο ΟΗΕ θα αποσύρει τις ειρηνευτικές δυνάμεις από τις εμπόλεμες περιοχές.
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) ο πόλεμος, μια κατάσταση κατά την οποία υπάρχει επιθετικός ανταγωνισμός μεταξύ ομάδων, εταιρειών, χωρών κτλ.
    παράδειγμα  an economic/tariff war - οικονομικός/τελωνειακός πόλεμος
    παράδειγμα  a trade war - εμπορικός πόλεμος
  3. (μη μετρήσιμο, μόνο ενικός) ο πόλεμος, μια προσπάθεια για μεγάλο χρονικό διάστημα να απαλλαγούμε από ή να σταματήσουμε κάτι δυσάρεστο
    παράδειγμα  the war on hunger - ο πόλεμος της πείνας
    παράδειγμα  the war against drugs - ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών

Σύνθετα

[επεξεργασία]