πολεμίστρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : πολεμίστρια

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πολεμίστρα πολεμίστρες
γενική πολεμίστρας πολεμιστρών
αιτιατική πολεμίστρα πολεμίστρες
κλητική πολεμίστρα πολεμίστρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πολεμίστρα < μεσαιωνική ελληνική πολεμίστρα < πολεμώ + -τρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɔ.lε.ˈmi.stɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πολεμίστρα θηλυκό

  1. άνοιγμα σε οχύρωμα ή τείχος, απ’ όπου πολεμά ο αμυνόμενος
  2. (σπάνιο) άλλη μορφή του πολεμίστρια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]