pulse
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pulse | pulses |
pulse (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | pulse |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | pulses |
| αόριστος | pulsed |
| παθητική μετοχή | pulsed |
| ενεργητική μετοχή | pulsing |
pulse (en)
- (αμετάβατο) χτυπάω, πάλλομαι, χτυπάω ή ρέω με δυνατές τακτικές κινήσεις ή ήχους, π.χ. για σφυγμό αίματος
The news sent his blood pulsing strongly through his veins.
- Τα νέα έκαμαν το αίμα του να χτυπάει δυνατά στις φλέβες του.
- (αμετάβατο) πάλλομαι, είμαι γεμάτος από ένα συναίσθημα όπως ενθουσιασμό
His voice pulsed with emotion.
- Η φωνή του έπαλλε από συγκίνηση.