ωφέλεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὠφέλεια

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωφέλεια ωφέλειες
γενική ωφέλειας ωφελειών
αιτιατική ωφέλεια ωφέλειες
κλητική ωφέλεια ωφέλειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωφέλεια < αρχαία ελληνική ὠφέλεια < ὠφελέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ωφέλεια θηλυκό

  • κέρδος, το καλό ή το θετικό που αποκτά κανείς από κάτι, αυτό που είναι προς το συμφέρον του, λιγότερο χρηματική έννοια από το κέρδος αλλά και από το όφελος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]