καλό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | καλό | τα | καλά |
| γενική | του | καλού | των | καλών |
| αιτιατική | το | καλό | τα | καλά |
| κλητική | καλό | καλά | ||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καλό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου καλός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καλό ουδέτερο
- το σύνολο των δυνάμεων που δρουν με καλοσύνη προς όφελος της ανθρώπινης ζωής
- οι δυνάμεις του καλού
- η καλή πράξη
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό: κάνε την καλή πράξη και μη ζητάς ανταμοιβή
- το καλό που σου θέλω!: προειδοποιητικά, σαν ήπιας μορφής απειλή
Ομώνυμα / Ομόηχα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]καλό