καλό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κάλο, καλώ

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλό καλά
γενική καλού καλών
αιτιατική καλό καλά
κλητική καλό καλά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου καλός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλό ουδέτερο

  1. το σύνολο των δυνάμεων που δρουν με καλοσύνη προς όφελος της ανθρώπινης ζωής
    οι δυνάμεις του καλού
  2. η καλή πράξη

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό: κάνε την καλή πράξη και μη ζητάς ανταμοιβή
  • το καλό που σου θέλω: προειδοποιητικά, σαν ήπιας μορφής απειλή

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

καλό