παντρεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παντρεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος παντρεύω < υπανδρεύω < ύπανδρος (γυνή). Αρχικά η λέξη αφορούσε στη γυναίκα, ενώ για τον άνδρα χρησιμοποιούνταν το ρήμα νυμφεύομαι. Αργότερα η σημασία της επεκτάθηκε και έτσι το ρήμα χρησιμοποιείται πια και για άντρες.

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /paⁿ.ˈdɾɛ.vɔ.mɛ/

Ρήμα[επεξεργασία]

παντρεύομαι, πρτ.: παντρευόμουν, στ.μέλλ.: θα παντρευτώ, αόρ.: παντρεύτηκα, μτχ.π.π.: παντρεμένος

  • συνάπτω γάμο, ενώνομαι με τα δεσμά του γάμου
(αμετάβατο) Πάει κι ο Γιώργος! Παντρεύτηκε κι αυτός...
(μεταβατικό) η Μαίρη παντρεύτηκε τον Τάκη
(αλληλοπαθές) η Μαίρη και ο Τάκης παντρεύτηκαν (μεταξύ τους)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • απάντρευτος σαν παντρευτεί, δεν πρέπει να χορεύει, μόνον σακκί στον νώμον του κριθάρι να γυρεύει
  • παντρέψου βέβαια -αν είναι καλή θα ευτυχήσεις, αν είναι κακή θα γίνεις φιλόσοφος (αποδίδεται στο Σωκράτη αλλά δεν εντοπιζεται σε αρχαίο ή άλλο κείμενο αυτούσιο)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]