περιηγητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περιηγητής περιηγητές
γενική περιηγητή περιηγητών
αιτιατική περιηγητή περιηγητές
κλητική περιηγητή περιηγητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιηγητής < ελληνιστική κοινή περιηγητής < αρχαία ελληνική περιηγέομαι/περιηγοῦμαι < ἡγέομαι/ἡγοῦμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιηγητής αρσενικό (θηλυκό: περιηγήτρια)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]