πλοηγός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλοηγός πλοηγοί
γενική πλοηγού πλοηγών
αιτιατική πλοηγό πλοηγούς
κλητική πλοηγέ πλοηγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πλοηγός < πλόος + -ηγός (1. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική pilot. 3. (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική navigator)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πλοηγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος) ο γνώστης μιας επικίνδυνης θαλάσσιας περιοχής που οδηγεί ένα πλοίο με ασφάλεια σ’ αυτήν την περιοχή, αντικαθιστώντας για λίγο τον καπετάνιο του πλοίου
  2. περιοδικό σύγγραμμα που συμβάλλει στην ασφαλή ναυσιπλοΐα
  3. συσκευή εντοπισμού γεωγραφικής θέσης (GPS) που βοηθά κάποιον οδηγό ή πεζοπόρο στην πλοήγηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]