πελατειακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πελατειακός πελατειακή πελατειακό
γενική πελατειακού πελατειακής πελατειακού
αιτιατική πελατειακό πελατειακή πελατειακό
κλητική πελατειακέ πελατειακή πελατειακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πελατειακοί πελατειακές πελατειακά
γενική πελατειακών πελατειακών πελατειακών
αιτιατική πελατειακούς πελατειακές πελατειακά
κλητική πελατειακοί πελατειακές πελατειακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πελατειακός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πελατειακός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την πελατεία ή με τον πελάτη
  2. (πολιτική) που αποσκοπεί στην αύξηση της επιρροής κάποιου χάρη σε δημαγωγικά μέσα ή την διανομή προνομίων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]