ξενοφιλία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ξενοφιλία οι ξενοφιλίες
      γενική της ξενοφιλίας των ξενοφιλιών
    αιτιατική την ξενοφιλία τις ξενοφιλίες
     κλητική ξενοφιλία ξενοφιλίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξενοφιλία < λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική xenofilia < xeno- + -philia ξενο- + -φιλία[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksɛ.nɔ.fiˈli.a/
συλλαβισμός: ξε‐νο‐φι‐λί‐α

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ξενοφιλία θηλυκό

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]

  • Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία. 
  • Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.